Δικο σου/σας χέρι πλένω και ζω!

Ένας το λεξικό [nom:game] παίζω.

_ _ _ ένας η λέξη είμαι.

Ο το λεξικό ο η λέξη έχω.

Ellinika Το Λεξικό -

Ελληνικά
άνδρας
ήλιος
αστέρι
αυτοκίνητο
βιβλίο
γυναίκα
δωμάτιο
καθρέφτης
καναπές
καρέκλα
κορίτσι
κουζίνα
κουτάλι
κούπα
κρεβάτι
μαξιλάρι
μαχαίρι
μπάνιο
μπανάνα
μωρό
οδοντόβουρτσα
οικογένεια
παπούτσι
παράθυρο
πετσέτα
πιάτο
πιρούνι
ποδήλατο
πόρτα
ραδιόφωνο
ρολόι
ρούχα
σπίτι
σφουγγάρι
σύμπαν
σύννεφο
τηλέφωνο
τηλεόραση
τρένο
τραπέζι
υπολογιστής
φαγητό
φεγγάρι
ψυγείο
όρος
όχημα
.